Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

ΜΙΑ ΜΈΡΑ ΣΑΝ ΚΙ ΑΥΤΗ...!!

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ – ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
ΤΑ ΠΑΘΗ
ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΡΙΤΟ


Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΞΟΔΟΣ

ΤΙΣ ΗΜΕΡΕΣ εκείνες έκαναν σύναξη μυστική τα παιδιά

και λάβανε την απόφαση, επειδή τα κακά μαντάτα πλήθαιναν στην πρωτεύουσα,
να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες με το μόνο πράγμα που τους είχε
απομείνει: μια παλάμη τόπο κάτω από τ' ανοιχτό πουκάμισο, με τις μαύρες τρίχες
και το σταυρουδάκι του ήλιου. Όπου είχε κράτος κι εξουσία η Άνοιξη.

Και επειδή σίμωνε η μέρα που το Γένος είχε συνήθιο να γιορτάζει τον άλλο
Σηκωμό,τη μέρα πάλι εκείνη ορίσανε για την Έξοδο.
Και νωρίς εβγήκανε καταμπροστά στον ήλιο, με πάνου ως κάτου απλωμένη την
αφοβιά σα σημαία, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες.
Και ακολουθούσανε άντρες πολλοί, και γυναίκες, και λαβωμένοι με τον
επίδεσμο και τα δεκανίκια. Όπου έβλεπες άξαφνα στην όψη τους τόσες χαρακιές,
πού 'λεγες είχανε περάσει μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα.

Τέτοιας λογής αποκοτιές, ωστόσο, μαθαίνοντες οι Άλλοι, σφόδρα ταράχθηκαν.
Και φορές τρεις με το μάτι αναμετρώντας το έχει τους, λάβανε την απόφαση να
βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες, με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει:
μία πήχη φωτιά κάτω απ' τα σίδερα, με τις μαύρες κάνες και τα δόντια του ήλιου.
Όπου μήτε κλώνος μήτε ανθός, δάκρυο ποτέ δεν έβγαλαν.
Και χτυπούσανε όπου να 'ναι, σφαλώντας τα βλέφαρα με απόγνωση.
Και η Άνοιξη ολοένα τους κυρίευε.
Σα να μην ήτανε άλλος δρόμος πάνω σ' ολάκερη τη γη, για να περάσει η Άνοιξη
παρά μονάχα αυτός, και να τον είχαν πάρει αμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά,
πέρ' απ' την άκρη της απελπισιάς, τη Γαλήνη που έμελλαν να γίνουν, οι νέοι με τα
πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες, και οι άντρες, και οι γυναίκες, και οι
λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια.

Και περάσανε μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα. Και θερίσανε πλήθος τα θηρία,
και άλλους εμάζωξαν. Και την άλλη μέρα εστήσανε στον τοίχο τριάντα 



Αλήθεια, γνωρίζουμε οι περισσότεροι ότι το παραπάνω εδάφιο γράφτηκε για μια μέρα σαν κι αυτή, πριν πολλά χρόνια;;

H μεγάλη πανεθνική εκδήλωση διαμαρτυρίας που έγινε στην Αθήνα με την ευκαιρία του απαγορευμένου εορτασμού της 25ης Μαρτίου 1942, κατά την οποία θρηνήσαμε πολλά θύματα. Πρωτοπορία ήταν οι νέοι, μαθητές και φοιτητές. Από το πρωί γέμισε εορταστικά η Αθήνα με πλήθος κόσμου. Σκοπός, το στεφάνωμα των προτομών των ηρώων της Επανάστασης και του Αγνώστου Στρατιώτου. Οι αρχές της Κατοχής έστειλαν ιππικό και μηχανοκίνητα και κτύπησαν «στο ψαχνό». Η εκδήλωση αυτή υπήρξε μια από τις σημαντικότερες ομαδικές εκδηλώσεις σ’ ολόκληρη τη γερμανοκρατούμενη Ευρώπη και υπήρξε δίδαγμα για όλον τον κόσμο της καθολικής αντίστασης του Ελληνικού λαού. Από εκείνη την ημέρα άρχισαν συστηματικά οι ομηρίες και οι ομαδικές εκτελέσεις. Την εικόνα της «ημέρας εκείνης» θέλει να δώσει ο ποιητής.




                                                 στ’

ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ήλιε νοητέ * και μυρσίνη συ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη * λησμονάτε τη χώρα μου!
Αετόμορφα έχει τα ψηλά βουνά * στα ηφαίστεια κλήματα σειρά
και τα σπίτια πιο λευκά * στου γλαυκού το γειτόνεμα!
Της Ασίας αν αγγίζει από τη μια * της Ευρώπης λίγο αν ακουμπά
στον αιθέρα στέκει να * και στη θάλασσα μόνη της!
Και δεν είναι μήτε ξένου λογισμός * και δικού της μήτε αγάπη μια
μόνο πένθος αχ παντού * και το φως ανελέητο!
Τα πικρά μου χέρια με τον Κεραυνό * τα γυρίζω πίσω απ' τον Καιρό
τους παλιούς φίλους καλώ * με φοβέρες και μ' αίματα!
Μα 'χουν όλα τα αίματα ξαντιμεθεί * κι οι φοβέρες αχ! λατομηθεί
και στον έναν ο άλλος μπαίνουν εναντίον οι άνεμοι!
Της Δικαιοσύνης Ηλιε νοητέ * και μυρσίνη συ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη * λησμονάτε τη χώρα μου !


Ο ποιητής κάνει έκκληση στο πνεύμα της Δικαιοσύνης να λυπηθεί την τραγική μοίρα της Χώρας του. Δίνει το «δείγμα» του τοπίου της στη δίμορφη έκφρασή του, των βουνών και της θάλασσας. Δίνει την ιστορικογεωγραφική της θέση, τον πνευματικό της χώρο, το υψιπετές, την «ανισορροπία» και τη «μοναδική» μοναξιά της. Είναι η χώρα που δεν την σκέφτεται ο ξένος και δεν πονάει ο δικός. Σ’ αυτήν, παντού και πάντα, κατοικεί το πένθος σε τραγική αντίθεση μ’ ένα καταλυτικότατο ευδαιμονισμένο φως της ζωής. Κάνει έκκληση ο ποιητής να μείνουν ενωμένοι οι Ελληνες εν ονόματι του προγονικού παρελθόντος, υποσημαίνοντας τον κίνδυνο του πλήρους εξολοθρεμού από τη διχόνοια. Είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς ότι η όλη ιδέα αυτού του άσματος, μοιάζει με τις στροφές του Υμνου στην Ελευθερία, που αναφέρονται στο θέμα αυτό.


                                                 θ’ 

ΑΥΤΟΣ είναι ο πάντοτε αφανής δικός μας Ιούδας!
Θύρες επτά τον καλύπτουνε και στρατιές επτά παχύνονται στη διακονία του.
Mηχανές αέρος τον απάγουνε και βαρύν από γούνα και ταρταρούγα,
στα Ηλύσια μέσα και στους Λευκούς Οίκους τον αποθέτουνε.
Και γλώσσα καμιά δεν έχει, επειδή όλες δικές του –
Και γυναίκα καμιά, επειδή όλες δικές του - ο Παντοδύναμος!
Θαυμάζουν οι αφελείς και σιμά στη λάμψη του κρυστάλλου χαμογελούν οι μαυροφορεμένοι,
και σκιρτούν των άντρων του Λυκαβητού οι ημίγυμνες τίγρισσες!
Αλλά πόρος κανείς για να περάσει ο ήλιος τη φήμη του στο μέλλον,
Και ημέρα Κρίσεως καμιά, επειδή εμείς αδελφοί,
εμείς η μέρα της Κρίσεως και δικό μας το χέρι που θ' αποθεωθεί
- καταπρόσωπο ρίχνοντας τα αργύρια!


Κι εδώ δίνεται μια σκιαγραφία του χαρακτηρολογικού εκείνου κράματος, που χαρακτηρίζει ο ποιητής ως «αφανή Ιούδα». Πολύγλωσσος, αλλ΄ αμόρφωτος, χωρίς γλώσσα, χωρίς πατρίδα, χωρίς «πιστεύω», χωρίς ρίζες. Είναι αναγάπητος, γιατί αγοράζει ό,τι δεν πρέπει ν’ αγοράζεται, την ΑΓΑΠΗ. Αλλά μάταια η ισχύς του.

Αλλά έρχεται λαϊκή η κρίση της Δικαιοσύνης και η εντολή της θείας Δίκης και το χέρι θα ρίξει καταπρόσωπο τ’ αργύρια (προδοσία)!!!





Α.Π.
Δημοσίευση σχολίου